Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

«Ζωγραφίζω ό,τι μ´ αγγίζει, ό,τι αισθάνομαι γύρω από τη ζωή, έτσι πολύ απλά. Χρυσούς καβαλάρηδες που ζουν τώρα μόνο στο όνειρό μας, γυναίκες νωχελικές ή ζευγάρια ερωτευμένων... Μ´ αρέσει το φως που χαϊδεύει τα πρόσωπα. Τι ποίηση ένα σώμα λουσμένο σ´ αυτό! Εμένα μ´ αρέσουν τα χρώματα, τα γυμνά κορμιά, τα υφάσματα, το κόκκινο δωμάτιο, η ιστορία ενός δραπέτη, τα γεγονότα τα μικρά, τα ασήμαντα….» ~Αλέκος Φασιανός Αν κάτι αξίζει να παρατηρήσει κανείς στο έργο του Φασιανού δεν είναι μόνο οι μορφές, τα χρώματα ή οι αναγνωρίσιμες φιγούρες του, αλλά αυτή η σπάνια ικανότητά του να μεταμορφώνει «τα μικρά, τα ασήμαντα» σε μυθολογία. Να παίρνει ένα ποδήλατο, ένα ψάρι, ένα τσιγάρο, έναν ερωτευμένο άνδρα, ένα αεράκι που φουσκώνει τα μαλλιά και να τα μετουσιώνει σε κάτι μεγαλειώδες, χωρίς ωστόσο να τα απομακρύνει από την ανθρωπινότητά τους. Η τεχνική της μετουσίωσης, της μεταμόρφωσης του συνηθισμένου σε κάτι εξαιρετικά θαυμάσιο, κάτι που σε κάνει να θες να γονατίσεις μπροστά του και να προσκυνήσεις, κάτι που σου προκαλεί ένα δέος θεϊκό, μοιάζει σήμερα πιο αναγκαία από ποτέ. Είναι η ικανότητα να δίνεις πνοή στα αντικείμενα, να βλέπεις τα κτίρια σαν ζωντανούς οργανισμούς, να ερωτεύεσαι τους ανθρώπους, τα ψάρια, τα πλεούμενα, τα δέντρα και τους δρόμους για την ποίηση που κρύβουν, στα θεμέλια, στα κόκαλα και στα εντόσθιά τους. Ίσως γι’ αυτό τον σκέφτομαι συχνά όταν διασχίζω την Ομόνοια. Αναρωτιέμαι πώς θα ζωγράφιζε ο Φασιανός τους κουλουράδες που στέκονται από τα χαράματα στις γωνίες, τους ελεγκτές του μετρό με τα φωσφοριζέ γιλέκα, τον σεκιουριτά που φυλάει αμίλητος την είσοδο του Hondos, ακόμη και τους τοξικοεξαρτημένους που περιφέρονται σαν σκιές ανάμεσα στα φανάρια. Θα τους προσέδιδε άραγε εκείνον τον αέρα που φουσκώνει τα μαλλιά των ηρώων του, εκείνην την μυσταγωγική κίνηση; Θα τους τοποθετούσε μέσα σε μια καθημερινή μυθολογία όπου όλοι, ανεξαιρέτως, έχουν θέση; Και αναρωτιέμαι αν αυτή η ικανότητα δεν είναι τελικά ένας μηχανισμός επιβίωσης. Πώς μεταμορφώνεις την πραγματικότητα χωρίς να γίνεσαι Delulu; Ίσως η απάντηση να βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη λεπτή ισορροπία. Χωρίς να αντικαθιστάς τον κόσμο με μια φαντασίωση, αλλά στο να ανακαλύπτεις μέσα του ό,τι εξακολουθεί να αξίζει την προσοχή, τη φροντίδα και τον θαυμασμό. Να επιμένεις ότι ακόμη και μέσα στην πιο κουρασμένη πόλη υπάρχουν πράγματα που επιζητούν την επιμονή του βλέμματος. Υπάρχει εκείνο το γνωμικό που αποδίδεται στους Amish: «Τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα». Κι όμως, πάντα ψιλοδιαφωνουσα με αυτό. Τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή είναι συχνά και πράγματα. Γιατί τα πράγματα είναι φτιαγμένα από ανθρώπους για ανθρώπους. Μια παιδική ζωγραφιά κολλημένη στο ψυγείο, μια κατσαρόλα αρακά που σιγοβράζει στην κουζίνα, ένα ωραίο φόρεμα, μια βέσπα, οι αρ ντεκό λεπτομέρειες ενός μπαλκονιού που τραβάνε τα βλέμματα των περαστικών. Δεν αγαπάμε την ύλη για την ύλη, αλλά το ανθρώπινο αποτύπωμα που κουβαλά. Αυτή η τέχνη της επαναμάγευσης του κόσμου, της επιστροφής του θαύματος στην καθημερινότητα, είναι συχνά παραγνωρισμένο, θεωρείται πασέ. Αλλά, χωρίς αυτήν, από τις πόλεις απομένει μόνο τσιμέντο, από τους ανθρώπους μόνο βιογραφικά σημειώματα και από τις μέρες, μια διαδοχή υποχρεώσεων. Κι αν αυτό ακούγεται λίγο Delulu, ίσως να είναι το πιο χρήσιμο είδος Delulu που διαθέτουμε. https://www.documentonews.gr/article/ston-kosmo-pou-o-ilios-den-dyei/amp/ Χριστιάνα Στυλιανού

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου